Ένα λευκό σπίτι.

 

Στην ανατολική ακτή της νήσου Βανκούβερ, στη βρετανική Κολομβία του Καναδά, βρίσκεται το νησί Λασκέτι. Το νησί έχει μήκος δώδεκα μίλια και πλάτος τρία. Εκεί εγκαταστάθηκε ο κ. Κέρβιν.

(Το όνομά του είναι Τζον. Τζον Κέρβιν. Όλοι όμως, πίσω απ’ την πλάτη του, τον φωνάζουν «κύριε Ουάιτ».)

(Όλα τα πράγματα που κατέβασε η μεταφορική στον κήπο του σπιτιού πριν από έξι μήνες –καναπές, τραπέζι, καρέκλες, κρεβάτι, μπουφές, ντουλάπια– ήταν λευκά. Οι κουρτίνες που κρέμασε ολόλευκες, όπως και τ’ απλωμένα σεντόνια. Ο Τζον Κέρβιν αγόρασε το απομακρυσμένο σπίτι στην πλαγιά του νησιού. Ο Τζον Κέρβιν είναι γυμνασμένος, κοντός, αρρενωπός, το κεφάλι του είναι ξυρισμένο και φοράει πάντα λευκά μπλουζάκια, λευκά πουκάμισα, ή λευκά πουλόβερ που τα συνδυάζει με λευκά παντελόνια και λευκά κονβέρς.)

«Καλημέρα».

«Καλημέρα, κύριε Ουάιτ… εεε… κύριε Τζον», είπε η Κορνηλία. Ύστερα άφησε μια λαμαρίνα κουλούρια στο πάγκο, ακούγοντας τη δική του «καλημέρα», που την έκανε να μπερδέψει τα λόγια της και να σκύψει το κεφάλι της ντροπαλά όταν συνειδητοποίησε τι είπε.

«Μόλις τα έβγαλα· είναι ζεστά και πεντανόστιμα, δοκιμάστε ένα», είπε, σπρώχνοντας τη λαμαρίνα προς το μέρος του για να διορθώσει το λάθος στο όνομά του.

Τα ζεστά κουλούρια ήταν στολισμένα με κόκκινα βατόμουρα και μύριζαν φρέσκο βούτυρο και κανέλα.

«Ευχαριστώ πολύ», είπε ψυχρά εκείνος, «δεν θέλω»˙ ζήτησε το συνηθισμένο του λευκό ψωμί, άφησε τα χρήματα και έφυγε.

(Ήταν οι τελευταίες κουβέντες που είχε η Κορνηλία μαζί του. Ο Τζον Κέρβιν δεν έφτασε ποτέ στο φούρνο της άλλη φορά.)

(Η πλαγιά όπου είναι χτισμένο το σπίτι του Τζον Κέρβιν πρασινίζει από τα υπέροχα πανύψηλα φυλλοβόλα δέντρα που γεμίζουν την περιοχή κάθε άνοιξη. Το χειμώνα που πέρασε, ο Τζον Κέρβιν ήρθε με τον τοπικό μεσίτη Ουίλλιαμ Φορθ, είδε το σπίτι, το αγόρασε, το ανακαίνισε. Και τώρα, στην αρχή της άνοιξης, εγκαταστάθηκε μόνιμα.)

*  *  *

«Ο κύριος Ουάιτ έχει πολεμήσει στο Βιετνάμ», είπε ο Έντμοντ Μπέικ –ο άνθρωπος που του έβαψε το σπίτι– όταν μίλησε στο τοπικό κανάλι της τηλεόρασης.

«Σαν νοσοκομείο το κάνατε» του είχα πει. «Έτσι μ’ αρέσει» μου απάντησε. «Μα να μην βάλουμε και κάποιο άλλο χρώμα; Ένα κόκκινο ή πράσινο, κάτι πιο ταιριαστό» αντιπρότεινα. «Όχι, αγαπώ το λευκό» είπε κι έκοψε κάθε συζήτηση μαζί μου. Παρέδωσα το σπίτι βαμμένο λευκό, με πλήρωσε και με χαιρέτησε ευγενικά.

(Η άνοιξη στην ανατολική ακτή του Βανκούβερ είναι ένα μικρό θαύμα. Όμως το φθινόπωρο είναι ό,τι πιο μαγικό μπορεί να δει κανείς.)

«Ακούστε, ο Τζον Κέρβιν δεν είχε φίλους. Περνούσε τον καιρό του ψαρεύοντας, βλέποντας τηλεόραση. Εύκολα μπορούσε να δει κανείς από μακριά πως, μέχρι νωρίς το ξημέρωμα, το φως απ’ την τηλεόραση τού κρατούσε συντροφιά» δήλωσε η Μιράντα Θράιμπ, η φαρμακοποιός.

«Τις Κυριακές έπλενε το αυτοκίνητό του» είπε η κυρία Ρόζαλιν Πέιτζ. «Κάθε Δευτέρα πότιζε και σκάλιζε τις τριανταφυλλιές. Τις Τρίτες καθόταν από το πρωί και διάβαζε στο μικρό κιόσκι που ’χει θέα στη θάλασσα. Δεν είμαι κουτσομπόλα. Δεν είχα όμως και τίποτ’ άλλο να κάνω. Είμαι καθηλωμένη στην αναπηρική καρέκλα κι απ’ το παράθυρό μου έβλεπα το σπίτι του» είπε στον δημοσιογράφο.

Οι εβδομαδιαίες δραστηριότητες του Τζον Κέρβιν συμπληρώθηκαν από την οικιακή βοηθό της κυρίας Πέιτζ, Βερόνικα Κόλλιν. «Τις Τετάρτες», είπε, «ανέβαινε το βουνό τρέχοντας. Ναι, μέχρι την κορφή, ήταν πολύ γυμνασμένος. Κάθε δεκαπέντε μέρες, τις Πέμπτες, πήγαινε για προμήθειες κι επέστρεφε νωρίς το απόγευμα. Στ’ αλήθεια, δεν ξέρω τι άλλο έκανε εκεί. Τις Παρασκευές μαστόρευε τα καλάμια, έφτιαχνε δολώματα. Τα Σάββατα πήγαινε για ψάρεμα. Αλήθεια, δεν ξέρω τι άλλο».

(Αρχές Οκτωβρίου, στην πόλη Λασκέτι, στην ανατολική ακτή του Βανκούβερ, τα βουνά γίνονται κατακόκκινα από τα φύλλα των πανύψηλων σφένταμων.)

«Ο Τζον Κέρβιν έφυγε από την πόλη στις τρεις Σεπτεμβρίου και έλειψε για ενάμιση μήνα. Τον είδα που φόρτωσε βαλίτσες και έφυγε το ξημέρωμα» δήλωσε στον σερίφη ο Πωλ Χάρντινγκ, οδοκαθαριστής.

(Επέστρεψε ενάμιση μήνα μετά, στις δέκα επτά Οκτωβρίου, απόγευμα όταν έπεφτε ο ήλιος.)

(Οι σφένταμοι έπνιγαν με κατακόκκινα φύλλα το λευκό σπίτι του Τζον Κέρβιν.)

(Το ξημέρωμα ακούστηκε ένα πριόνι να δουλεύει με μανία.

Σε λίγες μόλις ώρες, ο Τζον Κέρβιν είχε κόψει όλα τα σφεντάμια του βουνού.

Κατέστρεψε τα αιωνόβια δέντρα του Λασκέτι, τα κόκκινα σαν το αίμα)

«Ήταν κόκκινα σαν αίμα…

»σαν το αίμα…

»σαν αίμα… κόκκινα» ούρλιαζε με το πριόνι στα χέρια.

*  *  *

Ο Τζον Κέρβιν νοσηλεύεται σήμερα στην ψυχιατρική κλινική Σέιντ Ελίζαμπεθ της Ουάσιγκτον. Οι σφένταμοι δεν έχουν φυτρώσει ξανά στο Λασκέτι.

 

 

No Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *